Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Μάρτιν Σκορσέζε: Are you talking to him?

Στο νοσταλγικό “Hugo” ο Μάρτιν Σκορσέζε αποτίει φόρο τιμής και «υποκλίνεται» στην τέχνη του κινηματογράφου, μια τέχνη την οποία αγάπησε και υπηρέτησε πιστά για παραπάνω από τέσσερεις δεκαετίες και συνεχίζει ακάθεκτος. Η επιβράβευση, φυσικά, από την Ακαδημία ήρθε πολλά χρόνια μετά για τον μεγάλο δημιουργό. Δεν φάνηκε όμως να τον ένοιαξε και πολύ. «Ήταν πολύ θετικό το γεγονός ότι δεν πήρα Όσκαρ νωρίτερα στην καριέρα μου, γιατί ενδεχομένως κάτι τέτοιο θα άλλαζε τον τρόπο που κάνω ταινίες. Χαίρομαι που μου πήρε τόσο καιρό. Άξιζε», είχε δηλώσει το 2007 κρατώντας το χρυσό αγαλματίδιο για τον «Πληροφοριοδότη».
Τον επηρέασε, εν τέλει, η βράβευσή του στην δουλειά του; Άλλαξε τον τρόπο που κάνει ταινίες; Σιγά μην τον άλλαζε. Τρανή απόδειξη το οσκαρικό φαβορί Hugo. Ακόμα μια ευκαιρία του Αμερικανοϊταλού σκηνοθέτη να… ρεφάρει καβατζάροντας ακόμα περισσότερα χρυσά αγαλματίδια. Έχει κάθε δικαίωμα άλλωστε.


Μια ζωή ταινίες

«Όλη μου η ζωή ήταν ταινίες και θρησκεία. Τίποτα άλλο»,
λέει ο ίδιος, αντικατοπτρίζοντας πλήρως την πραγματικότητα του βίου του. Γεννημένος στην περιοχή Little Italy του Manhattan στις 17 Νοεμβρίου 1942 και γόνος ιταλών μεταναστών, ο Μάρτιν Μαρκαντόνιο Λουτσιάνο Σκορσέζε γράφτηκε το 1956 σε μια ιερατική σχολή με σκοπό να γίνει… ιερωμένος. Ευτυχώς για αυτόν (και για τον κινηματογράφο), ένα χρόνο μετά τα παράτησε και κατέληξε στο New York University Film School. Εκεί γύρισε τις πρώτες μικρού μήκους ταινίες του, ενώ το 1967 κυκλοφόρησε η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του “Who’s that Knocking at my Door” με τον φίλο του από τη σχολή Χάρβεϊ Καϊτέλ, με τον οποίο αργότερα συνεργάστηκε και σε άλλες ταινίες.

Τζέρι Λιούς, Ρόμπερτ ΝτεΝίρο, Μάρτιν Σκορσέζε στα γυρίσματα του "King of Comedy"

Το 1970 υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη και μοντάζ στο ιστορικό «Γούντστοκ», ενώ το 1972 κυκλοφόρησε το (άγνωστο σε πολλούς) «Boxcar Bertha», αποκτώντας με τον καιρό φαν που αναγνώρισαν το ταλέντο του και λάτρεψαν τα χαρακτηριστικά που εισήγαγε αργότερα στις ταινίες του: μη γραμμική αφήγηση, αποκαλυπτικά φλας μπακ, ανθρώπινα πάθη, βίαιος ρεαλισμός, ρυθμικό μοντάζ και το νεοϋρκέζικο ζοφερό σκηνικό να δεσπόζει παντού. Οι «Κακόφημοι Δρόμοι» ένα χρόνο αργότερα, κέρδισαν κοινό και κριτικούς και εισήγαγαν το κοινό στο βρώμικο σύμπαν του δημιουργού τους. Ακολούθησε το 1975 το «Η Αλίκη δε μένει πια εδώ», το οποίο ήταν υποψήφιο για Χρυσό Φοίνικα και χάρισε στην Έλεν Μπέρνστιν το πρώτο Όσκαρ στην καριέρα της.

Μαζί με τον ΝτεΝίρο στα γυρίσματα του "Ταξιτζή".Επίδειξη στυλ και υπεροχής

Are you talking to me?
O Ρόμπερτ ΝτεΝίρο με μοϊκάνα ανοίγει διάλογο με τον καθρέφτη του στον «Ταξιτζή» του 1976 και ο Σκορσέζε κλείνει τους λογαριασμούς του με τις Κάννες κερδίζοντας εν τέλει τον Χρυσό Φοίνικα για μια ταινία – σταθμό στην καριέρα του. Για ακόμα μια φορά τα γνωστά και αγαπημένα του μοτίβα είναι εδώ: η βίαιη Νέα Υόρκη πάντα παρούσα, ο διεφθαρμένος χαρακτήρας του Τράβις, το πάθος του για μια ανήλικη πόρνη, η τελική λύτρωση. Μετά τα μέτρια εισπρακτικά “New York, New York” ξανά με τον ΝτεΝίρο και το μουσικό “The Last Waltz”, το δίδυμο Σκορσέζε – ΝτεΝίρο ξαναχτυπά με το «Οργισμένο Είδωλο» το 1980 για να αποδείξει ακόμα μια φορά πως μπορεί να βγάλει… νοκ άουτ κοινό και κριτικούς στο κινηματογραφικό ρινγκ. «Ο Ρόμπερτ ΝτεΝίρο ήθελε να κάνει αυτή την ταινία, όχι εγώ. Εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα για το μποξ», είχε πει ο Σκορσέζε για την ταινία, η οποία χάρισε από ένα αγαλματίδιο στον ΝτεΝίρο και την Θέλμα Σουνμέϊκερ.

Πάλι με τον ΝτεΝίρο στο... ρινγκ του "Οργισμένου Ειδώλου"

Το γκανγκστερικό έπος «Τα Καλά Παιδιά» το 1990 και το τολμηρό θρησκευτικό δράμα «Ο Τελευταίος Πειρασμός» το 1988 τράνταξαν για τα καλά το αμερικάνικο σινεμά στα τέλη των 80’s και τις αρχές των 90’s, ενώ το «Ακρωτήρι του Φόβου» το 1991, με την έβδομη συνεχόμενη εμφάνιση του ΝτεΝίρο σε ταινία του Σκορσέζε, έσπασε τα ταμεία.

Η «αμφιλεγόμενη» δεκαετία…
Το «Καζίνο» του 1995 αν και σκηνοθετικά άρτιο, θεωρείται από πολλούς μια μορφή «ανακύκλωσης» των προηγούμενων ταινιών του σκηνοθέτη και για αυτόν τον λόγο αντιμετωπίζεται χλιαρά από κοινό και κριτικούς. Το ίδιο συμβαίνει και δύο χρόνια αργότερα με το «Kundun», το οποίο ο Σκορσέζε αφιερώνει στον Δαλάι Λάμα, τον εξόριστο πνευματικό ηγέτη του Θιβέτ, αλλά και με το «Σταυροδρόμια της Ψυχής» το 1999 με τον «πρωτάρη» σε ταινίες του σκηνοθέτη Νίκολας Κέιτζ.

Με τον ΝτεΝίρο στα γυρίσματα του "Καζίνο"¨.

Την ίδια εποχή, ο Σκορσέζε αναζητεί τον νέο του κινηματογραφικό ήρωα μετά τον ΝτεΝίρο. Τον βρίσκει στον ώριμο ερμηνευτικά Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, ο οποίος υποδύεται διαδοχικά τον Άμστερνταμ Βάλλον στις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» (10 υποψηφιότητες για Όσκαρ) και τον μεγιστάνα Χάουαρντ Χιουζ στο “Aviator” το 2004. Μια υπερπαραγωγή, η οποία μπορεί να μην είχε την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού της, αλλά απέσπασε πολύ καλές κριτικές συγκεντρώνοντας παράλληλα 11 υποψηφιότητες για το χρυσό αγαλματίδιο. Για ακόμα μια φορά όμως, η Ακαδημία αγνοεί επιδεικτικά τον Αμερικανοΐταλό σκηνοθέτη και χαρίζει το Όσκαρ στον Κλιντ Ήστγουντ για το ομολογουμένως εξαιρετικό Million Dollar Baby.

"Σε ευχαριστώ Ακαδημία. Αλλά δεν έχω ανάγκη το Όσκαρ σου" μοιάζει να λέει από μέσα του. …και η δικαίωση
Όσα «χρώσταγε» η Ακαδημία στον Σκορσέζε όλες αυτές τις δεκαετίες, του τα έδωσε… πακέτο για τον «Πληροφοριοδότη» το 2007, πάλι με τον ΝτιΚάπριο στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μια ταινία – επιστροφή στις ρίζες για τον σκηνοθέτη, όπου καταπιάνεται για ακόμα μια φορά με την βία, την διαφθορά, την λύτρωση. Η ταινία σάρωσε όλα τα βραβεία και χάρισε (επιτέλους) στον Σκορσέζε το πρώτο του Όσκαρ σκηνοθεσίας, ενώ κατέκτησε επίσης το χρυσό αγαλματίδιο Καλύτερης Ταινίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Καλύτερου Μοντάζ.

Ακολουθεί το «Νησί των Καταραμένων» το 2010, ξανά με τον ΝτιΚάπριο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ένα φιλμ στο οποίο ο Σκορσέζε αποτίει φόρο τιμής στον μετρ του μυστηρίου Άλφρεντ Χίτσκοκ και στο οποίο ο θεατής ανακαλύπτει περισσότερο τις επιρροές του σκηνοθέτη παρά τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Δύο χρόνια μετά, ο Σκορσέζε εκμεταλλευόμενος πλήρως τις δυνατότητες του 3D χαρίζει στο κοινό του το νοσταλγικό “Hugo”. Θα του εξασφαλίσει άραγε το δεύτερο χρυσό αγαλματίδιο στο ράφι του; Λίγες ημέρες υπομονή ακόμα... Άλλωστε δεν νομίζω πως θα τον χαλάσει και πολύ να φύγει με άδεια χέρια από το Kodak Theater. Είναι σίγουρο πως κάποια στιγμή στο μέλλον θα ρεφάρει ξανά.
via