Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Βιβλία » "Η Μεγάλη Διάσωση", Βάσω Δενδροπούλου

Το ψυχολογικό μυθιστόρημα ¨Η μεγάλη διάσωση¨ της Βάσως Δενδροπούλου, είναι κατά τη γνώμη μου μία σπάνιας αυθεντικότητας εργασία, πάνω σε αυτό που ο Ελβετός ψυχολόγος Κάρλ Γκούσταβ Γιούνγκ ονόμαζε «ενεργητική φαντασία». Δηλαδή, πρόκειται για συνειδητή ¨κατάδυση¨ από τον κόσμο της πραγματικότητας στο απύθμενο έρεβος του κόσμου του ατομικού και συλλογικού ασυνείδητου, μέσω της οποίας η συγγραφέας  προσπαθεί όπου είναι δυνατόν να καταγράψει με δύναμη σαν έκπληκτος θεατής, – χωρίς να πέφτει στην παγίδα της ερμηνείας-, τους κρυφούς και τρομερούς δεσμούς των δύο κόσμων (δηλ. του συνειδητού και του ασυνείδητου).

Κατά τη γνώμη μου, θα αδικούσαμε κατάφωρα το μυθιστόρημα, εάν εστιάζαμε στην ακολουθία των γεγονότων της αφήγησης και υποτιμούσαμε τη συμβολική τους σημασία.
Ο σωστός κατά τη γνώμη μου τρόπος ανάγνωσης, είναι αυτός που με βάση τα γεγονότα της πραγματικότητας και κάποιες αρχικές κρίσεις-ερμηνείες γι΄αυτά, εστιάζει στο βάθος του αρχετυπικού συμβολισμού που αναδύεται από τον ασυνείδητο κόσμο της πρωταγωνίστριας νεαρής Δέσποινας. Ο κόσμος του ¨ασυνειδήτου¨, γίνεται έτσι όχι ένας κόσμος-αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά ένας κόσμος με μία τεράστια αυτονομία και ισχύ, που έρχεται από πολύ μακριά, από το απύθμενο βάθος του χώρου και του χρόνου και υπερκαθορίζει την πραγματική ζωή της Δέσποινας (αλλά και του Ορφέα), χωρίς αυτή να το αντιλαμβάνεται. Η ισχυρή ζωτικότητά της στην πολύ μικρή ηλικία, -την ηλικία δηλαδή της πλήρους ταύτισης με τη γιαγιά Δέσποινα και το οικογενειακό της περιβάλλον, μετατρέπεται αργότερα σε μία δύναμη αυτοκαταστροφικής άρνησης των κοινωνικών εξαναγκασμών στη δουλειά, στις σχέσεις της και στις κρίσεις της. Η ίδια η νεαρή Δέσποινα το συνειδητοποιεί αυτό, ως ένα συνεχές βιωνόμενο κενό μέσα της, μία αδυναμία ικανοποιητικής ενότητας- ταύτισης με τους όρους της ζωής της, κενό το οποίο γεννούσε μέσα της θλίψη. Από εδώ και στο εξής όμως, το ζωτικό παιχνίδι της αναγκαίας ετερότητας και της νέας ταυτότητας-ταύτισης της νεαρής Δέσποινας, αναλαμβάνουν άγνωστες, ανεξέλεγκτες και υπέρτερες από αυτήν δυνάμεις που φαίνεται να ξεπηδούν μέσα από το κενό που μόλις περιγράφηκε. Το παλιό σπίτι με την αυλή, το πηγάδι και  τη συκιά, το οποίο επιλέγει να αγοράσει για να ανασκευάσει, είναι η ίδια η Δέσποινα που θέλει να ανασυγκροτήσει τον εαυτό της πάνω στην αυθεντική-φυσική βάση της φαντασίας της και των παιδικών της χρόνων. Ο Γιάννης και οι μορφές, αλλόκοτες και μη που γλεντάνε στο σπίτι της ή εμφανίζονται ξαφνικά από το πουθενά, χορεύουν, ζωγραφίζουν ή ζωγραφίζονται, είναι εσωτερικές μορφές της Δέσποινας με τις οποίες δρά και συνδιαλέγεται. Μορφές του ατομικού της ασυνείδητου. Η φωτιά-δράκος-πάθος  που ξεπηδά από το νερό-ζωή αρχέγονη του πηγαδιού και κατακαίει το σπίτι-Δέσποινα, η φλεγόμενη συκιά, είναι αρχετυπικά σύμβολα που αφορούν στο συλλογικό ασυνείδητο, αναδύονται και εκρήγνυνται μέσα στη Δέσποινα. παρασύροντας στον όλεθρο της φωτιάς-δράκου- πάθους της και τον νεαρό πυροσβέστη Ορφέα που προσπαθεί μέσα στον χαμό της πυρκαγιάς να κρατηθεί από μια ροδακινί κορδέλα. Η λύτρωση της Δέσποινας, έρχεται με τον πραγματικό έρωτα, που γίνεται το όχημα για τη μεγάλη και πανηγυρική ταύτιση με το όλον-σύμπαν, πράγμα που είναι και η μεγάλη διάσωση.
via