Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Πρόληψη οστεοπόρωσης

Μια κρίσιμη περίοδος της ζωής των οστών είναι η εφηβεία. Τα επιστημονικά δεδομένα καταδεικνύουν πως η μέγιστη οστική μάζα ενός ατόμου, η οποία αποτελεί τον ισχυρότερο προγνωστικό δείκτη του μελλοντικού κινδύνου για οστεοπόρωση επιτυγχάνεται στα πρώτα χρόνια της ενήλικου ζωής.

Τα οστά αποτελούν τις θεμελιώδεις μονάδες του σκελετικού συστήματος, οι οποίες συγκροτούν έναν σκελετό που προσαρμόζεται, υποστηρίζοντας και προστατεύοντας έτσι τα κύρια συστήματα οργάνων του σώματος, ενώ ταυτόχρονα δίνουν τη δυνατότητα για ένα μεγάλος εύρος κινήσεων.
Το κάθε οστό αποτελείται από το οργανικό και το ανόργανο μέρος και πρέπει να θεωρείται ένα ζωντανό όργανο αφού βρίσκεται διαρκώς σε δυναμική κατάσταση συμβάλλοντας στην ομοιόσταση του ασβεστίου και του φωσφόρου στο σώμα. Ολόκληρο το σκελετικό σύστημα αποτελεί το ζωντανό απόθεμα του οργανισμού σε ασβέστιο, το οποίο χρησιμοποιείται σε σημαντικές διεργασίες και μηχανισμούς του σώματος, που ποικίλουν από τη ρύθμιση της ηλεκτρικής δραστηριότητας της καρδιάς και τη σύσπαση των μυών έως και τη λειτουργία ενός συστήματος βιοχημικής επικοινωνίας μεταξύ των κυττάρων και τη μετάδοση βιοχημικών σημάτων μέσα στο ίδιο το κύτταρο.
Τουλάχιστον το μισό από το ασβέστιο του ενήλικου ατόμου καθορίζεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας με μεγαλύτερους ρυθμούς προσαύξησης κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της παιδικής ηλικίας και των πρώτων χρόνων της εφηβικής.
Οποιαδήποτε κατάσταση εμποδίσει την ομαλή έκβαση της προαναφερθείσας διαδικασίας μπορεί να δημιουργήσει έλλειμμα της οστικής μάζας το οποίο θα έχει μόνιμες συνέπειες στο μελλοντικό κίνδυνο για οστεοπόρωση. Σε αντίθεση με την οστεομαλακία, η οποία αναφέρεται σε μια κατάσταση κατά την οποία ο εμπλουτισμός της μήτρας του οστού με μέταλλα είναι φτωχός, ανεξάρτητα από την πραγματικά παραγόμενη οστική μάζα, η οστεοπόρωση ορίζεται ως μια συστημική σκελετική νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και από φθορά της μικροαρχιτεκτονικής του σκελετικού ιστού, με μια επακόλουθη αύξηση της ευθραυστότητας του οστού και της επιρρέπειας σε οστικά κατάγματα.
Ένας σχετικός όρος, η οστεοπενία, χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια σημαντική μείωση της οστικής μάζας που παρατηρείται με το πέρασμα του χρόνου και σε συγκεκριμένο φύλο. Σε κάθε μια από αυτές τις καταστάσεις η οστεώδης μάζα εμπλουτίζεται κανονικά με μέταλλα προκειμένου να σχηματίσει το ολοκληρωμένο οστό, αλλά η ίδια απαντάται σε μικρότερη ποσότητα και ο δομικός καταμερισμός της δεν είναι φυσιολογικός.
Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω φαίνεται πως η προσπάθεια για πρόληψη της οστεοπόρωσης μπορεί να αρχίσει από την εφηβική ηλικία με μια διατροφή που θα διασφαλίζει τη μέγιστη σκελετική υγεία σε κατά τα άλλα υγιείς έφηβους. Κρίνεται απαραίτητη η αξιολόγηση του οικογενειακού ιστορικού οστεοπόρωσης του κάθε ατόμου, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που αυτή εκδηλώνεται νωρίς ή παρατηρούνται συχνά κατάγματα.
Οι διαιτητικές πηγές ασβεστίου και βιταμίνης D θα πρέπει να εκτιμηθούν από έναν έμπειρο διαιτολόγο και αν ανιχνευθούν ανεπάρκειες να αντιμετωπιστούν κατάλληλα. Διατροφικές συστάσεις συνιστώμενης πρόσληψης, ανάλογες της ηλικίας, για το ασβέστιο, το μαγνήσιο, το φώσφορο και τη βιταμίνη D υπάρχουν και θα πρέπει να ακολουθηθούν με αρωγό τη σωστή καθοδήγηση. Μεταβολικές μελέτες συγκράτησης ασβεστίου σε έφηβα κορίτσια έδειξαν τόσο μεγάλη διακύμανση που ίσως κρίνεται αναγκαίος ο εξατομικευμένος προσδιορισμός των αναγκών σε ασβέστιο οι οποίες θα βασίζονται στην ηλικία μετά την έναρξη της εμμηνόπαυσης.
Υπόψη επίσης στον προσδιορισμό της βέλτιστης πρόσληψης σε ασβέστιο θα πρέπει να λαμβάνονται το φύλο και η φυσική δραστηριότητα του καθενός. Οι συστάσεις για τη βιταμίνη D βρίσκονται επίσης υπό αναθεώρηση. Υπάρχουν υπόνοιες για υποκλινική έλλειψη της βιταμίνης D στους εφήβους και πλέον ίσως χρειάζονται υψηλότερα επίπεδα της βιταμίνης, από αυτά που πιστεύονταν στο παρελθόν, για την προστασία έναντι του υπερπαραθυροειδισμού.
Και τα δύο αυτά θέματα βρίσκονται υπό διερεύνηση, ενώ η παρούσα σύσταση καθημερινής διαιτητικής πρόσληψης για τους εφήβους είναι 400 διεθνείς μονάδες (IU).Η ανωτερότητα του γάλακτος έναντι άλλων πηγών ασβεστίου (όπως συμπληρωμάτων) είναι δεδομένη και τα έφηβα κορίτσια θα πρέπει να είναι βέβαια πως δε θα αυξήσουν το βάρος τους ή το ποσοστό του λίπους τους αν αντί για συμπληρώματα ασβεστίου καταναλώνουν γαλακτοκομικά προϊόντα.
Τα συμπληρώματα ασβεστίου απευθύνονται σε εκείνους που δε μπορούν να καταναλώσουν αρκετά γαλακτοκομικά. Αυτοί που κάνουν χρόνια κατανάλωση υψηλών επιπέδων ασβεστίου δεν θα πρέπει να φοβούνται για μειωμένη απορρόφηση άλλων θρεπτικών συστατικών όπως ο σίδηρος, το μαγνήσιο ή ο ψευδάργυρος, όσο η πρόσληψη σε ασβέστιο παραμένει κάτω από τα 2,5 γραμμάρια [g] (ή αλλιώς 2.500 μικρογραμμάρια [mg]) ημερησίως.
  ΠΗΓΗ