Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Περικλής Γιαννόπουλος – Σοφία Λασκαρίδου: Μια τραγική ιστορία αγάπης



Η συγγραφέας Σοφία Δημοπούλου γράφει την ιστορία της ζωγράφου Σοφίας Λασκαρίδου, που ενέπνευσε το νέο της μυθιστόρημα «Πώς υφαίνεται ο χρόνος».


Όλα ξεκίνησαν μια Δευτέρα πρωί, κάποια χρόνια πίσω, όταν προσπαθούσα να λύσω έναν γρίφο που αφορούσε την αποκατάσταση ενός παλιού, σχεδόν ετοιμόρροπου, σπιτιού. Ήταν η πρώτη φορά που ως μηχανικός καταπιανόμουν με κάτι τέτοιο και ομολογώ πως για μένα ήταν μια πρόκληση. Αναζητώντας εναγωνίως αντίστοιχες μελέτες συναδέλφων, έπεσα επάνω στη «Συγκριτική μελέτη 3 διατηρητέων κτιρίων στην Καλλιθέα Αττικής» της αξιότιμης Εύας Βαρουτά-Φλώρου, η οποία ως Αρχιτέκτων μηχανικός είχε κάνει τη μελέτη αποκατάστασης των αντίστοιχων κτιρίων. Ένα από αυτά, ήταν η νεοκλασική οικία του Λάσκαρη Λασκαρίδη, έργο του Τσίλλερ το 1887. Ήταν σαν να άστραψε ένα φως μέσα μου. Όχι γιατί βρήκα λύση στο πρόβλημά μου· τίποτα πια δεν φάνταζε αρκετό για να επαναφέρει τη σκέψη μου στο ρου των τετριμμένων που ανέμεναν. Το ετοιμόρροπο κτίσμα που με καλούσε να το γιατρέψω, ένιωθα πως μπορούσε να περιμένει. Κάτι πιο επείγον είχε αναδυθεί εντός μου, κάτι που αποζητούσε ενσάρκωση μέσα από τους ανθρώπους που το κατοίκησαν.


Μέσα σ’ εκείνο το σπίτι λοιπόν, μεγάλωσε η κόρη του Λάσκαρη Λασκαρίδη και της Αικατερίνης Χρηστομάνουπρωτοπόρου παιδαγωγού, μαζί με τις δυο αδερφές της Ειρήνη και Μελπομένη σε οικογενειακό περιβάλλον που ενθάρρυνε τις καλλιτεχνικές της κλίσεις. Κάθε φορά που παρατηρούσα το σπίτι λουσμένο στο αττικό φως, ήταν σαν να εισχωρούσα στη ζωή της Ελληνίδας ζωγράφου, σαν να δανειζόμουν λίγη από τη δύναμη του χαρακτήρα της. Γιατί η Σοφία ήταν μια ξεχωριστή γυναίκα. Μέσα σ’ εκείνο το σπίτι έκανε τα πρώτα μαθήματα η νεαρή ζωγράφος, εκεί πρωτοανακάτεψε τις μπογιές με τα όνειρα, εκεί ξενύχτησε με το μυαλό πυρπολημένο από τον έρωτά της για τον Περικλή Γιαννόπουλο, τον «καταραμένο» ποιητή που την είχε κι αυτός αγαπήσει με πάθος από την πρώτη στιγμή που την είχε συναντήσει στις εξοχές της Καλλιθέας το 1895. Ο έρωτας όμως δεν είναι πάντα αρκετός να εκτρέψει μια ισχυρή προσωπικότητα από το στόχο της. Και της Σοφίας ο στόχος ήταν η Τέχνη, όχι ο γάμος και η συμβατική ζωή.







Μέσα σ’ αυτό το σπίτι στην Καλλιθέα έκανε τα πρώτα μαθήματα η νεαρή ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδη, εδώ πρωτοανακάτεψε τις μπογιές με τα όνειρα, εδώ ξενύχτησε με το μυαλό πυρπολημένο από τον έρωτά της για τον Περικλή Γιαννόπουλο, τον «καταραμένο» ποιητή που την είχε κι αυτός αγαπήσει με πάθος.

Τη Σοφία Λασκαρίδου την είχα «ξανασυναντήσει» όταν έγραφα το βιβλίο μου «Σε σωστή ώρα νυχτώνει», που αναφερόταν στην Πάτρα του τέλους του 19ου αιώνα. Τότε είχα μάθει για το μεγάλο της έρωτα με τον Πατρινό ποιητή Περικλή Γιαννόπουλο, τον έρωτα που σημάδεψε εκείνη και οδήγησε εκείνον στην αυτοχειρία. Ο Περικλής Γιαννόπουλος ήταν κλειστός και ιδιόρρυθμος χαρακτήρας. Πίστευε βαθιά στο απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής και δεν μιλούσε για τον εαυτό του σχεδόν ποτέ. Στην Αθήνα είχε ήδη αρχίσει να ακούγεται ότι συνδεόταν με μια γυναίκα. Είχαν δει τις σφιχταγκαλιασμένες σκιές τους να ανεβαίνουν στην Ακρόπολη ή να κάνουν περίπατο ανάμεσα στα δέντρα της Ελευσίνας. Η γυναίκα εκείνη ήταν η Σοφία Λασκαρίδου. Αν η αποκάλυψη αυτή ερχόταν στην ώρα της, θα προκαλούσε στην κοινωνία της εποχής μεγάλη συγκίνηση και σίγουρα ατέλειωτες κουβέντες και κουτσομπολιά. Τόσο η οικογένεια Λασκαρίδη, όσο και ο ίδιος ο Περικλής Γιαννόπουλος ήταν σημαντικά πρόσωπα της Αθηναϊκής κοινωνίας. Οι Αθηναίοι δεν θα άφηναν την ευκαιρία για κοινωνική κριτική να πάει χαμένη. Ωστόσο, ούτε η Σοφία ούτε και η οικογένειά της έδιναν σημασία στο τι θα έλεγε ο κόσμος. Για τη Σοφία η Τέχνη της ήταν το ύψιστο αγαθό και για την οικογένειά της η στήριξη της νεαρής ζωγράφου το πρώτιστο μέλημα. 
Ο έρωτας δεν είναι πάντα αρκετός να εκτρέψει μια ισχυρή προσωπικότητα από το στόχο της. Και της Σοφίας ο στόχος ήταν η Τέχνη, όχι ο γάμος και η συμβατική ζωή
Πήγα πολλές φορές στο σπίτι εκείνο - Δημοτική Πινακοθήκη σήμερα. Και κάθε φορά, σχεδόν ερχόταν μπροστά μου ολοζώντανη η μορφή της Σοφίας Λασκαρίδου, με την αγέρωχη προσωπικότητά της, το στητό της κορμί, το πείσμα της και το «τσαγανό» που είχε για να καταφέρει να διεισδύσει στην ανδροκρατούμενη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Σχολείο των Τεχνών, όπως την έλεγαν τότε, ζητώντας το 1901 από το βασιλιά Γεώργιο Α΄ να της επιτρέψει τη φοίτηση. Η άρνησή του δεν την έκαμψε. Δυο χρόνια αργότερα, αφού άλλαξε ο νόμος, κατάφερε να αποσπάσει την συγκατάθεση του βασιλιά και να γίνει δεκτή στη Σχολή, όπου και διακρίθηκε για τον αγώνα της υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών. Κι ενώ οι συνομήλικές της προετοιμάζονταν για ένα καλό γάμο, εκείνη ήταν αφοσιωμένη στην τέχνη της κι εξαιτίας αυτής της αφοσίωσης είχε αρνηθεί την πρόταση γάμου του αγαπημένου της, του Περικλή. Μετά την αποφοίτησή της από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές της στη Γερμανία. Η απόφασή της να φύγει για το Μόναχο όπου θα φοιτούσε με υποτροφία, έριξε τον Γιαννόπουλο σε βαθιά μελαγχολία. Όταν εκείνη έφυγε, της έγραφε παθιασμένα γράμματα προσπαθώντας να την πείσει να γυρίσει. Εκείνη, παλεύοντας με τα συναισθήματά της, παρέμενε σταθερή σ’ αυτό που ήταν ταγμένη· στη ζωγραφική τέχνη. Και μόνο όταν εκείνος της έγραψε πως αν δεν γυρνούσε σύντομα, θα τον έβρισκε νεκρό, μόνον τότε η Σοφία γύρισε φοβισμένη. Ήξερε πως το πάθος απέχει μια κλωστή από την τρέλα και ήξερε πως το δικό του ήταν αρκετό για να τον οδηγήσει στην αυτοχειρία. Όταν η Σοφία επέστρεψε από το Μόναχο, ήταν αργά. Εκείνος είχε πέσει στη θάλασσα του Σκαραμαγκά καβάλα σ’ ένα άσπρο άλογο, είχε αυτοπυροβοληθεί στα βαθιά και είχε χαθεί στα αφρισμένα κύματα. Τον βρήκαν δεκατρείς μέρες αργότερα όταν τον ξέβρασε η θάλασσα. Η Σοφία ήταν απαρηγόρητη. Και πάλι η Τέχνη της έδωσε τη στήριξη που χρειαζόταν για να αντέξει το τραύμα, που κατά βάθος δεν επουλώθηκε ποτέ.







Ο Περικλής Γιαννόπουλος ήταν κλειστός και ιδιόρρυθμος χαρακτήρας. Πίστευε βαθιά στο απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής και δεν μιλούσε για τον εαυτό του σχεδόν ποτέ.

Πολλά χρονογραφήματα και μερικά θεατρικά κείμενα είχαν ήδη αποδώσει τον έρωτα και την προσωπικότητα των δύο ερωτευμένων. Εκείνη όμως η επαφή μου με το σπίτι της Καλλιθέας, που τώρα στεγάζει τα έργα της Σοφία Λασκαρίδου, ήταν τόσο μαγική, σχεδόν μου ψιθύριζε την ιστορία. Τα όμορφα τόξα της πρόσοψης, τα ασπρόμαυρα πλακάκια με τους μαιάνδρους, τα ζωγραφιστά ταβάνια, μου υπαγόρευαν λέξεις και συναισθήματα, με τραβούσαν σε ένα παρελθόν για μένα άγνωστο, αλλά τόσο γοητευτικό. Κι έτσι γεννήθηκε η ιστορία του βιβλίου μου «Πώς υφαίνεται ο χρόνος», σ’ εκείνη τη γειτονιά της Καλλιθέας, όπου οι ήρωες οι φανταστικοί έζησαν και ωρίμασαν, πόνεσαν και γέλασαν, αγάπησαν και απογοητεύτηκαν, με τις ζωές τους να διαγράφουν τεθλασμένες τροχιές ανάμεσα στα πραγματικά πρόσωπα· τη Σοφία Λασκαρίδου, τον Περικλή Γιαννόπουλο, τον Οθωναίο, τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Η προσωπικότητα της Σοφίας Λασκαρίδου και το πάθος της για τη ζωγραφική με ενέπνευσαν να σχηματίσω τους φανταστικούς ήρωες του βιβλίου μου: Η Όλγα έχει όνειρο να γίνει γιατρός, παλεύει γι’ αυτό με σθένος, η Ανθή βρίσκει στήριξη στην Τέχνη της- είναι πολύ καλή υφάντρα- για να βρει το δρόμο της στη ζωή. Η Τέχνη θα τη βγάλει στο φως τελικά. Η Νάνα αλλάζει οπτική όταν αντιλαμβάνεται πως εκείνη την εποχή οι γυναίκες πάλευαν για πράγματα που σήμερα θεωρούνται αδιαπραγμάτευτα· τη μόρφωση, την αυτοδιάθεση, την προσωπική ελευθερία. 
Όταν η Σοφία επέστρεψε από το Μόναχο, ήταν αργά. Εκείνος είχε πέσει στη θάλασσα του Σκαραμαγκά καβάλα σ’ ένα άσπρο άλογο, είχε αυτοπυροβοληθεί στα βαθιά και είχε χαθεί στα αφρισμένα κύματα







Πήγα πολλές φορές στο σπίτι εκείνο - Δημοτική Πινακοθήκη σήμερα. Και κάθε φορά, σχεδόν ερχόταν μπροστά μου ολοζώντανη η μορφή της Σοφίας Λασκαρίδου, με το πείσμα της και το «τσαγανό» που είχε για να καταφέρει να διεισδύσει στην ανδροκρατούμενη Σχολή Καλών Τεχνών.

Προσπάθησα να είμαι ακριβής με τα ιστορικά γεγονότα και να τοποθετήσω τα υπαρκτά πρόσωπα στο πραγματικό χρονικό τους πλαίσιο και με τα πραγματικά βιογραφικά τους στοιχεία. Όλα όμως τα πρόσωπα και τα περιστατικά μπλέκονται μεταξύ τους ώστε είναι πια δύσκολο να τα ξεχωρίσει κανείς.  Έπειτα τι σημασία έχει τι είναι αληθινό και τι φανταστικό; Σημασία έχει να ευχαριστηθεί ο αναγνώστης το ταξίδι πίσω στο χρόνο και στην ιστορία, μέσα από μια μυθοπλασία γεμάτη συναισθήματα. Έτσι κι αλλιώς δεν με ενδιαφέρουν οι χαρακτήρες δίχως συναίσθημα, δεν είναι πραγματικοί. Αυτή είναι η κατάρα, αλλά και η ευλογία μας σαν είδος· το γεγονός πως διακατεχόμαστε από συναισθήματα που καθορίζουν τις πράξεις μας. Η τραγικότητα των ανθρώπων έγκειται στη δυσκολία που έχουμε να τα ισορροπήσουμε με αντίβαρο τη λογική. Αυτή η διατάραξη της ισορροπίας είναι που εξελίσσει τη ζωή προς την καλή ή τη λάθος κατεύθυνση. Αυτό γίνεται στην πραγματική ζωή και αυτό θέλω να καταγράψω και στις δικές μου ιστορίες.
Γιατί οι παλιές ιστορίες, οι παλιές ζωές, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο δυσκολεμένες, αποτελούν παράδειγμα και πυξίδα για όλους εμάς που κάποιες φορές ξεχνάμε να ονειρευόμαστε. Γιατί ο χρόνος υφαίνεται με κλάμα, με χαρά, με γέλιο, με αγώνα, με δάκρυα, με ελπίδα, με διαψεύσεις, με όλα όσα χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ζωή κι έτσι θα γίνεται πάντα· ο χρόνος θα κάνει κύκλους, εμείς όμως έχουμε χρέος να πιστεύουμε πως πάντα προχωρά προς τα εμπρός
Ο χρόνος θα κάνει κύκλους, εμείς όμως έχουμε χρέος να πιστεύουμε πως πάντα προχωρά προς τα εμπρός. 







Κεντρική ηρωίδα του «Πώς υφαίνεται ο χρόνος» (εκδ. Ψυχογιός) είναι η Νάνα, μια αρχιτεκτόνισσα που πάσχει από κρίσεις πανικού, η οποία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής της αφού καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις, όπως το να κρατήσει το παιδί που κυοφορεί.

Το μυθιστόρημα

Κεντρική ηρωίδα του «Πώς υφαίνεται ο χρόνος» (εκδ. Ψυχογιός) είναι η Νάνα, μια αρχιτεκτόνισσα που πάσχει από κρίσεις πανικού, η οποία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής της αφού καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις, όπως το να κρατήσει το παιδί που κυοφορεί. Σε μια αναπαλαίωση του αρχοντικού της οικογένειας του Ιωάννη Αντωνόπουλου, ανακαλύπτει ένα παλιό χειρόγραφο από το οποίο μαθαίνει πολλά για την ιστορία της οικογένειας που εντέλει συνδέεται με την ιστορία και της δικής της. Μέσα από το χειρόγραφο μαθαίνει, επίσης, και για την Ανθή Γεραμάκη, η οποία λόγω των προκαταλήψεων της κοινωνίας του τέλους του 19ου αιώνα, αναγκάζεται να στερηθεί το δικαίωμα της μητρότητας, και να αλλάξει ακόμα και την ταυτότητά της. Η τέχνη της –είναι πολύ καλή υφάντρα– και το πείσμα της για ζωή θα τη βοηθήσουν να ξαναβρεί τα κομμάτια του εαυτού της. Η Νάνα θα εμπλακεί συναισθηματικά με την ιστορία της Ανθής και αυτή η εμπλοκή θα τη μεταμορφώσει.
Τους κεντρικούς ήρωες πλαισιώνουν υπαρκτά πρόσωπα, όπως η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδου, ο «καταραμένος» ποιητής Περικλής Γιαννόπουλος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Δηλιγιάννης, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ενώ ανάμεσα στα φανταστικά μπαίνουν και ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν τη σύγχρονη Ελλάδα.







Η Σοφία Δημοπούλου έχει γράψει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα: «Lapis lazuli, η πέτρα που λείπει» (2012), «Άλμα θα πει ψυχή» (2013), «Σε σωστή ώρα νυχτώνει» (2014) και «Η ζωή απέναντι» (2016).

Η συγγραφέας

*Η Σοφία Δημοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό πόλεων και κτιρίων. Εργάστηκε ως μηχανικός στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και ασκεί το επάγγελμά της ως σήμερα. Παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή και την ποίηση και παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής. 
Έχει γράψει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα: «Lapis lazuli, η πέτρα που λείπει» (2012), «Άλμα θα πει ψυχή» (2013), «Σε σωστή ώρα νυχτώνει» (2014) και «Η ζωή απέναντι» (2016), ενώ διηγήματά της έχουν κατά καιρούς συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ηλεκτρονικά μέσα (themachine.gr, fractalart.gr, diastixo.gr) και σε εφημερίδες. Περισσότερες πληροφορίες για την ίδια θα βρείτε στην προσωπική της ιστοσελίδα: www.sophiadimopoulou.gr

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μπορώ να ξαναβάψω τα μαλλιά μου μέσα σε λίγες μέρες;

Αν έχετε βάψει τα μαλλιά σας πρόσφατα, και για κάποιο λόγο δεν σας ενθουσίασε το αποτέλεσμα, είναι πιθανό να σκεφτείτε να τα ξαναβάψετε άμεσα. Όμως υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο να διατηρείτε το χρώμα σας  ζωντανό με το να το ανανεώνετε τακτικά, και στο να βάφετε πολύ συχνά τα μαλλιά και να τους προκαλέσετε ζημιά. Για αυτό το λόγο ίσως να μην είναι καλή ιδέα να βάψετε τα μαλλιά ξανά σε μικρό χρονικό διάστημα.

Οι ευεργετικές ιδιότητες του κεφίρ

Το κεφίρ όπως και όλα τα προϊόντα ζύμωσης του γάλακτος όπως το γιαούρτι, το ξυνόγαλα και το αριάνι, είναι ένα φυσικό γαλακτοκομικό προϊόν το οποίο οι γηγενείς λαοί των χωρών του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής καταναλώνουν και απολαμβάνουν τα οφέλη του πολλούς αιώνες τώρα. Είναι άλλωστε συχνό φαινόμενο να ξεπερνούν τα 100 έτη ηλικίας οι κάτοικοι των περιοχών αυτών.
Παρά το γεγονός ότι το γάλα είναι από μόνο του μια πολύ καλή τροφή, η ζύμωση που υφίσταται από τους σπόρους του κεφίρ στην ουσία το ‘αναβαθμίζει’. Οι "σπόροι" του κεφίρ είναι μια μάζα βακτηριδίων, ζύμης και πολυσακχαρίτη και η μικροβιολογία τους είναι πολύ σύνθετη. Ο πολυσακχαρίτης που περιέχει η μάζα των σπόρων του κεφίρ έχει αποδειχθεί ότι είναι μοναδικός και του έχει δοθεί το όνομα kefiran.